Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Μπαρόκ και Ροκοκό


Μπαρόκ σημαίνει παράδοξο, τερατώδες, διαστρεβλωμένο (η ετοιμολογία μοιάζει να προέρχεται από την γαλλική baroque < πορτογαλική λέξη barocco που σημαίνει ακανόνιστο μαργαριτάρι). Όπως συχνά συμβαίνει, τον όρο μπαρόκ χρησιμοποίησαν πρώτοι οι τεχνοκριτικοί  μιας νεώτερης εποχής (πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα) που αποδοκίμαζαν τις τάσεις του 17ου αιώνα και ήθελαν να τις υποτιμήσουν. Υποστήριζαν ότι οι κλασικές αρχιτεκτονικές φόρμες δεν έπρεπε να χρησιμοποιούνται ή να συνδυάζονται ποτέ με άλλο τρόπο από εκείνο που ίσχυε στην Αρχαία Ελλάδα ή στη Ρώμη.






 Ο Heinrich Wolfflin ξεχωρίζει τη τεχνοτροπία της Ώριμης Αναγέννησης από τη τεχνοτροπία του Μπαρόκ με πέντε ζεύγη:

  • ·         Το πρώτο αφορά τη μετάβασή από τη γραμμική στη ζωγραφική τεχνοτροπία. Ο Wolfflin  επισημαίνει ότι στην Αναγέννηση η γραμμή έχει κυρίαρχο ρόλο, αντίθετα στην εποχή του Μπαρόκ, η γραμμή παίρνει δευτερεύουσα θέση και το περίγραμμα της μορφή του αντικειμένου μοιάζει να συγχέεται με το περιβάλλον του, ενώ προέχει η έμφαση στις ζωγραφικές αξίες του έργου.

  • ·         Το δεύτερο ζεύγος αντιθετικών εννοιών αναφέρεται στη μετάβαση από την επιφάνεια στο βάθος. Στην Ώριμη Αναγέννηση, όπως παρουσιάζεται κυρίως στο έργο του Ραφαήλ, οι μορφές διατάσσονται σε ζώνες ως προς το επίπεδο του πίνακα όπως στα ανάγλυφα. Στις συνθέσεις του Μπαρόκ αντίθετα κυριαρχούν οι διαγώνιοι άξονες με σκοπό να οδηγήσουνε το μάτι του θεατή προς το βάθος.

  • ·        Το τρίτο ζεύγος αντιθετικών εννοιών του Wolfflin αφορά τη μετάβαση από μια ανοικτή σε μια κλειστή σύνθεση. Στην ώριμη Αναγέννηση όπως φαίνεται από το έργο του Leonardo, η σύνθεση των βασικών μορφών ακολουθεί συνήθως τριγωνική διάταξη και εκφράζει μια τεκτονική αντίληψη. Αντίθετα στο Μπαρόκ η σύνθεση δε βασίζεται σε απλά γεωμετρικά σχήματα, αλλά αναπτύσσεται ελεύθερα.

  • ·         Στο τέταρτο ζεύγος αναφέρεται στη μετάβαση  από την πολλαπλότητα σε μια ενοποιημένη αντιμετώπιση. Στις αναγεννησιακές συνθέσεις όπως και στην αρχαία ελληνική τέχνη, τα επί μέρους στοιχεία διατηρούν την αυτονομία τους. Αντίθετα στο Μπαρόκ τα συνθετικά στοιχεία δεν έχουν αυτοτέλεια, κάποιο παίρνει μεγαλύτερη σημασία και σε αυτό υποτάσσονται τα υπόλοιπα.

  • ·         Το τελευταίο ζεύγος αντιθετικών εννοιών του Wolfflin αναφέρεται στη μετάβαση από την απόλυτη καθαρότητα και ενάργεια σε μια σχετική καθαρότητα. Αυτό ταυτίζεται στην ουσία με το πρώτο ζεύγος που έχει σχέση με την μετάβαση από μια γραμμική σε μια ζωγραφική αντιμετώπιση.


Για να κατανοηθεί καλύτερα το κλίμα στο οποίο αναπτύχτηκε το Μπαρόκ, είναι απαραίτητο να σημειωθούν δύο ακόμα στοιχεία: Αντίθετα από ότι συνέβαινε στην εποχή του Μανιερισμού όπου η τέχνη απευθυνόταν συνειδητά σε περιορισμένο κύκλο καλλιεργημένων φιλότεχνων, στην εποχή του Μπαρόκ η τέχνη βρίσκει απήχηση σε μεγάλες μάζες λαού, επειδή έχει αποκτήσει πλούσιο συναισθηματικό περιεχόμενο. Για πρώτη φορά ο καλλιτέχνης δημιουργεί το έργο του, λαμβάνοντας υπόψη τις προτιμήσεις του κοινού. Η τέχνη του Μπαρόκ απαιτεί συμμετοχή του θεατή και αυτό εκφράζει ήδη μια μοντέρνα αντίληψη. Τέλος παρατηρείται μια πολύ στενή σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Και οι τρεις αλληλοσυμπληρώνονται για να καταπλήξουν, ανάλογα με τη περίπτωση, τους πιστούς μιας εκκλησίας, ή του υπηκόους ενός μονάρχη.



Όπως στην Αναγέννηση, έτσι και στο Μπαρόκ κυριαρχούν οι σταδιοδρομίες μεγάλων καλλιτεχνών: Μπερνίνι, Πουσέν, Ρούμπενς, Ρέμπραντ, Καραβάτζιο, Βελάσκεθ, και Τιέπολο. Στη Ζωγραφική μεγάλη σημασία αποκτούν πολλές κατηγορίες θεμάτων: η τοπιογραφία, οι νεκρές φύσεις, οι ηθογραφικές σκηνές, τα ατομικά και ομαδικά πορτραίτα, τα εσωτερικά σπιτιών, οι απόψεις δρόμων. Με  την συμβολή του κιαροσκούρου (έντονη αντιπαράθεση φωτός και σκιάς) οι μορφές προβάλουν ολοζώντανες, με ψυχολογικό βάθος και γεμάτες μυστήριο.







Το  Ροκοκό είναι η τεχνοτροπία που διαδέχθηκε το μπαρόκ και αναπτύχθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα (1710) κυρίως στη Γαλλία, εκδηλώθηκε κατά κύριο λόγο στη ζωγραφική, τη διακόσμηση και την αρχιτεκτονική και καθρεφτίζει το γούστο της αριστοκρατίας: τη μόδα των απαλών χρωμάτων και της λεπτής διακόσμησης.
Διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη - κυρίως στη Γερμανία, την Ιταλία και την Αυστρία, κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών σαν μία αντίδραση στο δυναμικό και πομπώδες ύφος του μπαρόκ. Το τέλος του ροκοκό τοποθετείται περίπου στη δεκαετία του 1760 όταν σταδιακά αντικαθίσταται ως κυρίαρχη καλλιτεχνική τάση από το ρεύμα του νεοκλασικισμού.
Κύριοι εκφραστές του ροκοκό ήταν ο Αντουάν Βαττώ, του οποίου η ζωγραφική του απεικόνιζε τα οράματά του για μία ζωή χωρίς δυσκολίες και καθημερινές ανάγκες, ο Φρανσουά Μπουσέ, και ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ.





Πηγές:
Μουρίκη Ν, Αναγέννηση Μανιερισμός Μπαρόκ Ζωγραφική Γλυπτική, Αθήνα 1975
Ζιρώ Ο., Μερτζάνη Ε., Πετρίδου Β., Ιστορία της Τέχνης, Γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ-ΠΙ, 2005
Combrich E.H., Ιστορία της Τέχνης, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1994